Vaccines

Τα εμβόλια αποτελούν τον πυλώνα της πρόληψης

Aναστασία Μπαρμπούνη, Παιδίατρος, Καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
 

Οι εμβολιασμοί για την πρόληψη των λοιμωδών νοσημάτων, στην πορεία της ιατρικής εξέλιξης, είχαν τη σημαντικότερη επίδραση στη μακροβιότητα και στην ποιότητα της ζωής του ανθρώπου. Η εφαρμογή των προγραμμάτων εμβολιασμού σε βρέφη, παιδιά και ενήλικες, όπως και σε ειδικές ομάδες πληθυσμών, αποτελεί τον πυρήνα για την πρωτογενή πρόληψη των λοιμωδών και μεταδοτικών νόσων και έχει συμβάλει καθοριστικά στη μείωση της νοσηρότητας και της θνητότητας.
Για τη σημασία του εμβολιασμού, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, μιλά η Aναστασία Μπαρμπούνη, Παιδίατρος, Καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
«Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της “νέας δημόσιας υγείας”, οι εμβολιασμοί αποτελούν μια οργανωμένη παρέμβαση-παροχή των κρατών για την προστασία και τη διασφάλιση της υγείας των πολιτών. Αυτή η οργανωμένη εισαγωγή και εκτέλεση εμβολιαστικών προγραμμάτων στα αναπτυγμένα κράτη διεθνώς έχει οδηγήσει στον έλεγχο ή σχεδόν στην εξαφάνιση μιας σειράς νοσημάτων, όπως ο τέτανος, ο κοκίτης, η διφθερίτιδα, η ιλαρά, η ευλογιά και άλλα, τα οποία αποτελούσαν σημαντικές πληγές για το επίπεδο υγείας και την κοινωνική ευημερία ακόμη και μερικές δεκαετίες πριν.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγεί­ας (WHO), εκτιμάται ότι με τους εμβολιασμούς προλαμβάνονται ετησίως 2-3 εκατομμύρια θά­νατοι ετησίως. Παρά, όμως, την αποδεδειγμένη προσφορά των εμβολίων, ιδιαίτερα τα τελευ­ταία χρόνια έχει διαμορφωθεί κλίμα αμφισβή­τησης της αξίας τους. Ο WHO το 2019 συμπε­ριέλαβε τη “διστακτικότητα” για τους εμβολια­σμούς στις 10 απειλές της υγείας παγκοσμίως.
Κύριοι παράγοντες που συντελούν στη δι­στακτικότητα ή και στην άρνηση των εμβολί­ων είναι η απουσία των λοιμωδών νοσημάτων από την κοινότητα, οπότε δεν τα αναγνωρίζου­με ως κίνδυνο, χάρη στην επιτυχία των εμβολί­ων, αλλά και η διάχυση αρνητικών συμβαμά­των, που αποδίδονται στα εμβόλια μέσω των social media.
 

Η πανδημία

Η πανδημία που μαστίζει την ανθρωπότητα τον τελευταίο χρόνο αποτέλεσε αφυπνιστική εμπει­ρία και επανέφερε στο προσκήνιο την αξία των εμβολίων και την τήρηση των εμβολιαστικών προγραμμάτων.
 
Ενώ η χώρα μας ταλανίζεται από το τρίτο και ίσως ακόμα πιο ισχυρό κύμα της πανδημί­ας και το βλέμμα όλου του κόσμου είναι στραμμένο στις προ­σπάθειες έγκαιρης ανοσοποίησης με τα νέα εμβόλια μεγάλου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι πολύ σημαντικό να στρέψουμε την προσοχή μας και σε μια παράπλευρη απώλεια της πανδημίας COVID-19: την κατακόρυφη πτώση των εμβο­λιασμών τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
Πράγματι, μετά το αρχικό σοκ που ακολούθησε το πρώτο κύμα της πανδημίας, οι απαραίτητοι και προβλεπόμενοι από το Εθνι­κό Πρόγραμμα εμβολιασμοί αναβλήθηκαν από πολλούς γονείς, καθώς το ενδιαφέρον τους στράφηκε περισσότερο στην προ­στασία των παιδιών τους από τον κορωνοϊό. Ωστόσο, οι γονείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι, ενώ αναμένουμε τον εμβολιασμό, με βάση την ηλικία μας και το ιστορικό μας, με το εμβόλιο ένα­ντι του κορωνοϊού, υπάρχουν κι άλλοι κίνδυνοι για την υγεία των παιδιών και δεκάδες άλλα σοβαρά και δυνητικώς θανατη­φόρα λοιμώδη νοσήματα, για τα οποία όμως έχουμε στη διά­θεσή μας αποδεδειγμένα ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια.
 
Επομένως, η επίσκεψη στον παιδίατρο δεν πρέπει να ανα­βάλλεται, τόσο για την προληπτική παρακολούθηση της υγεί­ας και της ανάπτυξής του παιδιού γενικότερα όσο και για τον έγκαιρο και πλήρη εμβολιασμό όλων των ηλικιακών ομάδων με τα προτεινόμενα από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και την άμεση συμπλήρωση των εμβολίων που καθυστέρησαν να χορηγηθούν. Είναι πραγματικά κρίσιμης σημασίας -και ακόμα περισσότερο εν μέσω των υγειονομικών συνθηκών που επικρα­τούν- να μη δημιουργηθεί ένα εμβολιαστικό κενό στον πληθυ­σμό, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδημικές εξάρ­σεις νόσων, οι οποίες προλαμβάνονται αποτελεσματικά μέσω του εμβολιασμού.
 
 Ανάλογη εμπειρία βίωσε η Ευρώπη, αλλά και η Ελλάδα, πριν από μερικά χρόνια με την εμφάνιση της επιδημίας της ιλαράς, συνεπεία της αύξησης των επίνοσων ενηλίκων που δεν είχαν εμβολιαστεί πλήρως για την ιλαρά. Επιπλέον, σποραδικά κρού­σματα κοκίτη εμφανίζονται τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες, που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί με ένα φθηνό ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο.
 

To εμβόλιο για τη μηνιγγίτιδα 

Eπίσης, ίσως είναι ευκαιρία για τους γονείς, τώρα που οι συνή­θεις ιώσεις λόγω των υγειονομικών μέτρων έχουν μειωθεί, κατά την επίσκεψή τους στον παιδίατρο, να ενημερωθούν για τους κινδύνους μιας ιδιαίτερα ύπουλης νόσου, της μηνιγγίτιδας Β.
 
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη νόσο, η οποία δεν κάνει διακρίσεις, προσβάλλει βρέ­φη, νήπια και νεαρούς ενήλικες, εξελίσσεται τα­χύτατα -μέσα σε μόλις 24 ώρες- και μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αναπηρίες ή να οδηγήσει ακόμα και σε θάνατο. Τα βρέφη και τα νήπια αποτελούν τις πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες και ακολουθούν οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες. Βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μηνιγγιτι­δοκοκκικής νόσου από οποιαδήποτε άλλη ηλι­κιακή ομάδα και ακολουθούν τα νήπια ηλικίας από 1 έως 4 ετών. Και γι’ αυτή τη νόσο, μονα­δικός τρόπος πρόληψης είναι ο εμβολιασμός, ο οποίος δύναται να ξεκινήσει από την ηλικία των 2 μηνών και άνω.
 
 Με το βλέμμα στραμένο στην επίτευξη συλ­λογικής ανοσίας έναντι του κορωνοϊού, αλλά και στη διατήρηση της συλλογικής ανοσίας έναντι των άλλων λοιμωδών για τα οποία υπάρχουν εμβόλια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε κοινωνι­κούς και οικονομικούς όρους, τα εμβόλια επι­τυγχάνουν πολύ περισσότερα πράγματα από την πρόληψη απλώς της νόσου σε ατομικό επί­πεδο. Τα εμβολιαστικά προγράμματα, ως ορ­γανωμένες παρεμβάσεις από την πλευρά της πολιτείας, παράγουν μια σειρά αποτελεσμά­των τα οποία υπερσκελίζουν το ατομικό επίπε­δο του εμβολιαζόμενου και κατανέμονται στο σύνολο των μελών της κοινωνίας μας.
 
 Ας στηρίξουμε, λοιπόν, τους εμβολιασμούς, τον ακρογωνιαίο λίθο ενός αποδοτικού συστή­ματος υγειονομικής περίθαλψης, γιατί στο τέ­λος όλοι κερδίζουμε».